Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Δημιουργίες της βροχής.

1.
Παγιδευμένη στη βορειοδυτική πλευρά της πηξίδας! Και στη συννεφιά, ο οδηγός, η ίδια η θαλασσοταραχή. Για αλλού πήγες, αλλού κινήθηκες και αλλού έφτασες.
Μα δεν είναι ζωή αυτή. Ή και είναι. Φαινομενικά τουλάχιστον.
 Άραγε, ξέρεις πώς είναι να μπερδεύεις τον ουρανό με την θάλασσα;

2.
Τρίημερο βροχής στο μικρό χωριό. Η γιαγιάκα τρέχει,βιαστηκά και ατσούμπαλα,να μαζέψει την μπουγάδα. Και γιατί μωρή γριά να την μαζέψεις. Άστην εκεί που είναι. Το πολύ πολύ να βγεις και'συ, δίπλα της, να καθίσεις, εκεί έξω. Μη το πεις του αντρός σου. Ούτε του γιού σου. Γριά. Ψιτ. Μαλάκες είναι. Σε καταπιέζουν. Τριήμερο αλήθειας στο μικρό χωριό. Και εν τέλει τριήμερο κενής απλώστρας.

3.
Η βροχή καταστείλει τους παροχούς της σύνδεσης και του ρεύματος. Σε βάζει σε μια κατάσταση αντιμετώπισης της σιωπής. Δεν ακούς, δεν βλέπεις. Οι ασχολίες σου οι εξείς, ο ήχος από τα σπίρτα,μόλις τρίψουν με πάθος το  μονάκριβο κουτάκι τους, οι γείτονες που φωνάζουν, ο τρελαμένος χορός της φλόγας από τα κεριά, η αίσθηση του δωματιού να μεγαλώνει, μα να μη σε πλακώνει. εσύ, μόνος. έρημος. απλός. αληθινός. Εσύ και η βροχή. Αντιμέτωποι σε μια χαμένη μάχη.

4.
Όταν βρέχει, μια βόλτα στη γειτονική πόλη να βγεις θα καταλάβεις, οι άνθρωποι πανικοβάλλονται. Μπαίνουν κάτω από υπόστεγα, κρατάνε σφικτά πάνω από τα κεφάλια τους τις σακούλες από το public, (ναι αυτές οι οποίες κρύβουν μέσα κάποιο άχρηστο gadget), πατάνε προσεκτικά, πάνω στα στεγνά σημεία του δρόμου. Τρέχουν, γελάνε αμήχανα, γυρνάνε σπίτια τους και πιστεύουν πως σίγουρα αρρώστησαν. "Μουνί έγινα." "Ε γαμώ το χριστό του για κωλόβροχο" Συνήθεις φράσεις που θα ακούσεις. Οι άνθρωπο της πόλης, βλέπουν την βροχή, σαν επιβεβαίωση του γκρίζου, σα να ξεχύνονται από τους ουρανούς,σε υγρή μορφή, όλα τους τα χαμένα δευτερόλεπτα.
 Και πάντα, υπάρχει και αυτός. Ο άγνωστος τρελαμένος. Γυμνός, να διασχίζει τους πέτρινους δρόμους. Με αργό βήμα. Να νοιώθει ολόκληρο το πέλμα του ποδιού του, κάθε κύτταρο του, να αισθάνεται την αίσθηση. Βαθειά. Και ας πατάει όλα τα σκατά του πεζοδρόμου. Δεν τον ενδιαφέρει. Χέστηκε.Του αρκεί η αίσθηση. Τρελαμένος. Ψυχάκιας. Για ζουρλμανδύα και πακέτο στο Δαφνί. Κλείνει τα μάτια του. Και περπατάει. Αναπηδάει. Περπατάει με το ένα πόδι. Χοροπηδάει. Τρέχει. Σέρνεται. Προσπαθεί να ακούσει τα πλακάκια. Να χορέσει τη βροχή στο στόμα του. Να την φτύσει. Και συνήθως, τον βρίσκεις να μουρμουρίζει διαρκώς:

  "Και εκείνους που δε τους είδας να χορεύουν, τους πέρασαν για τρελούς, εκείνοι που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική" 
Βρωμοψυχάκι.



Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Αποσυμβολοποίηση: Καθημερινοί ετερόλογοι.


Ε! Κόσμε. Κοιτάξτε με. Με λένε Χριστίνα. Ε, ε, ε! Ακούστε με. Είμαι καλός άνθρωπος, είμαι ο καλύτερος άνθρωπος που έχετε γνωρίσει. Το χαμόγελο μου φτάνει ως τα δικά σας αυτιά. Είμαι 22 χρονών. Είναι υπέροχο να ξυπνάς, και να είσαι τόσο νέα. Σπουδάζω εδώ, στο παιδαγωγικό τμήμα. Μ'αρέσει πολύ να λέω παραμύθια. Λέω πως αγαπώ και τα παιδάκια. Όμως, η αλήθεια είναι, πως απλώς μ'αρέσει να λέω παραμύθια. Απλώς, να, τα παιδιά, είναι πιο υπάκουα, όταν ξέρει κανείς να τα χειρίζεται. Τέλος πάντων, τέλος πάντων. Μιλάω πολύ, το ξέρω. Αυτό το έχω πάρει από τη μητέρα μου! Θυμάμαι κάθε πρωί, όταν ήμουν μικρή, που ξυπνούσα πάντοτε με φωνές στο σπίτι στο χωριό. Ήταν πάντοτε η φωνή της μάνας μου η πιο δυνατή, και στη συνέχεια οι υπόλοιπες. (καμιά φορά να μην ακούγονται καν.) Θυμάμαι μάλιστα, πως ποτέ της δεν φώναζε κακοπροαίρετα, ούτε ήθελε απαραίτητα να ξεχωρίσει, απλώς πίστευε πως η ένταση της φωνής είναι σαν ταυτόσημο του πάθους και της αγάπης. Νομίζω όλες οι μανάδες, λίγο πολύ, έτσι σκέφτονται. Ξέρετε, είμασταν πολύ κοντά εκείνα τα χρόνια. Και όσα λένε για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, είναι ψέμματα! Τουλάχιστον, στη δική μας σχέση, υπήρχε πάντοτε ισορροπία. Εντάξει, είμασταν και διαφορετικές , δε λέω. Όμως με καταλαβαίνε, και γω την καταλάβαινα. Θυμάμαι πως κανένας άλλος άνθρωπος δε με καταλάβαινε.
Φίλους, δεν είχα. Ο πατέρας μου; (γελάει) Τι να πρωτοπω γι αυτό το γαιδούρι! Υπήρχε, ναι. Και αυτός με αγαπούσε. Αλλά αγαπούσε παραπάνω ίσως το μικρό μου το αδερφάκι. Ήταν από άλλη οικογένεια και δε μπορούσε να μοιράζει τον χρόνο του και τόσο πολύ. Τον καταλάβαινα. Δεν του κράτησα κακία. Ποτέ μου. Ε και όσο να ναι, ανέπτυξα πιο ισχυρή σχέση με την μητέρα μου. Το ξέρω πως στην όψη , είμασταν διαφορετικές, μα στις σκέψεις, είμασταν ολόιδιες!
(μερική παύση)

Μετά, μεγάλωσα. Βιαζόμουν να μεγαλώσω. Και εν τέλει, τα κατάφερα. Έδωσα και αυτές τις βρωμο πανελλήνιες, και είχα περάσει στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα μου, προσπαθούσε να δείχνει την χαρά της, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πολύ λυπημένη που θα έφευγα από το χωριό. Μεσολλόγι , Ρέθυμνο, ήταν μια απόσταση. Αγεφύρωτη ίσως στα δικά της τα μάτια. Θα έμενε μόνη της. Ένοιωθα πολλές ενοχές. Όμως έπρεπε να φύγω.

Σιγά-σιγά, η κατάσταση χειροτέρευε. Με το που πάτησα το πόδι μου στο Ρέθυμνο, σα να μην ήθελα να την ξανα δω. Με είχε κουράσει. Ήθελα να δω νέα πράγματα, να γνωρίσω φίλες, αγόρια. Οπότε, σταμάτησα να της σηκώνω τα τηλέφωνα. Κατάφερα να απενεργοποιήσω τα συναισθηματικά μου κομμάτια. Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απομακρυνόμουν και εκείνη τόσο περισσότερο με έπαιρνε τηλέφωνα και μου έστελνε μηνύματα.
Μια μέρα, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Σας παρακαλώ όμως, θέλω να μείνει μεταξύ μας. Είναι έτσι , πιο προσωπικό, και φοβάμαι μήπως σκεφτείτε άσχημα πράγματα για'μένα. Τέλος πάντων, θα το πω.
Μια μέρα, έπιασα ένα ξυράφι. Χάραξα το δέρμα μου, στα χέρια. Συγγνώμη, αλήθεια, δε θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση, αλλά συνέβη! Γιατί το έκανα;
Μπα, ούτε εγώ ξέρω. Ίσως να έφταιγε αυτή η απόσταση με τη μητέρα μου. Το ένοιωθα σαν ένα πελώριο τοίχος το οποίο σκλήρυνε και σκλήρυνε κάθε λεπτό..
Όταν γνώρισα την Αρετή, μου μιλούσε για την μητέρα της με μεγάλο θαυμασμό. Και άμα με ρωτούσε εμένα τι κάνουν οι δικοί μου, έβαζα τα κλάματα. Και'γω την θαύμαζα την μητέρα μου, ήταν καλός άνθρωπος,με αγαπούσε.. αλλά..με έπνιγε. Είχε τόσες απαιτήσεις από'μένα. Ποτέ της δεν ήταν καλά. Με χρειαζόταν. Και αυτό με πίεζε.
Ξέχασα να σας αναφέρω, πως η μητέρα μου, υπήρξε ανάπηρη σε όλη της την ζωή.






(παύση)




Τώρα με κοιτάτε έτσι, επειδή με κρίνετε ε; Πιστεύετε πως της φέρθηκα άδικα; Τι; Μήπως δεν έπρεπε και να φύγω; Αλήθεια, ξέρετε πως είναι να φροντίζετε μια βρωμο σακάτισσα απόταν θυμάστε να περπατάτε; Και ένα γαιδούρι, εξαφανισμένο. Να υπάρχει μονάχα με συμβουλές “Χριστίνα, να'χεις υπομονή. Η μητέρα σου σε χρειάζεται.” “Χριστίνα, σήμερα να μην πας στο σχολείο καλύτερα, πρέπει να πας την μητέρα σου για τις εξετάσεις της.” Χριστίνα το ένα, Χριστίνα το άλλο. Ένα αγόρι δεν είχα ποτέ μου που να με πάρει ο διαόλος.. Όλοι στο χωριό με γνώριζαν. Με λυπόντουσαν. Η καημένη η Χριστίνα..δεν έχει ζωή! Και άμα με βλέπανε στον δρόμο, άλλαζαν πεζοδρόμιο. Δεν θέλησαν καν να με ρωτήσουν τα τυπικά. Ξέραν πάντοτε τις απαντήσεις, που δεν ήθελαν να νοιώσουν και άβολα. Η μητέρα μου ποτέ της δεν καλυτέρευε. Ναι. Παράτησα την άρρωστη μάνα μου, μετακόμισα στο Ρέθυμνο, και διέκοψα επαφές μαζί της.
Ναι. Είμαι ένοχη. Ορίστε.



(πιο μεγάλη παύση)
Απ'όταν μετακόμισα, άλλαξε ο κόσμος μου. Είδα τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Κατάλαβα πως ήταν η μητέρα μου στη μια όχθη, και εγώ στην άλλη. Όπως είχε και αυτή τις δικές τις ανάγκες, έτσι είχα και'γω τις δικές μου. Η αλήθεια είναι, πως απλώς είχα κουραστεί, να βάζω εκείνη, πάνω από'μένα, και να την βάζουν και οι άλλοι. Ο πατέρας μου, οι γείτονες, δε με νοιάζει..είχα ανάγκη να βρω εμένα. Δε με κάνει καλύτερο άνθρωπο αυτό. Το ξέρω.
Τέλος πάντων. Ο χρόνος περνούσε, σαν ένα ξωτικό με μαγικές δυνάμεις, έβαζε λίγο λίγο νερό στο κρασί μου. Απέκτησα ασχολίες, διάβαζα, είχα και την Αρετή. Νομίζω, είχαν περάσει έξι μήνες απ'όταν είχα μιλήσει τελευταία φορά με την μητέρα μου.
Έτσι, πήγα στο Μεσολλόγι. Έπρεπε να την δω. Με το που μπήκα στο σπίτι, την είδα ξαπλωμένη στον καναπέ, να χασκογελάει μπροστά από την τηλεόραση. Έπινε μπύρες! Η γυναίκα που την πρόσεχε μάλλον είχε βγει. Δε με είχε πάρει είδηση πως μπήκα. Πήγα απλώς και έκατσα δίπλα της. Δε σταμάτησε να γελάει. Και τότε, άρχισα να γελάω και'γω! Και νομίζω πως ελάφρυνε η ψυχή μου, αλήθεια. Είχα βρει την μητέρα μου. Και η μητέρα μου είχε βρει την ίδια. Το κατάλαβα. Εκείνο το βράδυ δε μιλήσαμε καθόλου για τη σχέση μας. Μου είπε για την Μαρία, την γυναίκα που την φρόντιζε, για τον χρόνο που περνούσαν, και εγώ της είπα για το πανεπιστήμιο. Της μίλησα για τις ιστορίες μου. Μου θύμισε πως όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω η Γουέντι από τον Πίτερ Παν. Και κατά κάποιο τρόπο, τα κατάφερα. Ο τοίχος είχε σπάσει, και επιτέλους βλέπαμε καθαρά η μία την άλλην. Την θαυμάζω πολύ την μητέρα μου. Και αποφάσισα πως ποτέ μου δε θα σταματήσω να χαμογελάω. Όπως κάνει και εκείνη! Πάντα θα θυμάμαι το πως χασκογελούσαμε εκείνη τη μέρα.

Η σακάτισσα και η παραμυθού! 

(γελάει)

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Solo travelin

Πέντε άντρες. Στάθηκαν για την φωτογραφία εν αγνοία τους. Δύο πλάτες και τρία προφίλ..

Ο ένας, τραπεζικός υπάλληλος. Στον ελέυθερο του χρόνο θα ήθελε να είναι ταξιδιώτης.
Πριν δύο χρόνια, αγόρασε τα ορειβατικά παπούτσια που ήθελε εδώ και πολύ καιρό.
Όμως, τα φοράει όταν βρέχει στη πόλη του. Φαινόμενο σπάνιο.. Έτσι, τα φόρεσε σήμερα, χωρίς λόγο. Απλώς ήθελε. Φαίνονται ολοκαίνουργια.
Απαντάει ευγενικά στις παρεμβολές και ύστερα επιστρέφει στη κανονικότητα της σκέψης του.
“Δύο και δύο ίσως να κάνουν τέσσερα, όμως χωρίς την αριθμητική, δε θα το ήξερα. Θα με ενδιέφερε τότε να γνωρίζω αυτή την απλή και ηλίθια πρόσθεση;”

Ο δεύτερος άντρας, στη σειρά από τα αριστερά, είναι σπόνσορας της apple, ή έχει πολλά λεφτά, ή είναι ένα θύμα κατανάλωσης. Γεγονός φυσικά, σχετικό, καθώς η κατανάλωση, παραμένει κατανάλωση, ανεξαρτήτως της ποσότητας. Σηκώνεται. Ξαφνικά, θέλησε να σταθεί στην γωνία, ώστε να αποφασίσει αν θέλει να κάνει τσιγάρο ή όχι. Οι δύο άντρες, από τα αριστερά, ανταλλάξανε κουβέντες. Η ανυπαρξία τους μόλις απέκτησε αλληλεπίδραση. Έγιναν πραγματικές φιγούρες.

Ο τρίτος άντρας, ακίνητος για πολλές ώρες. Κοιμάται. Φοράει κόκκινα παπούτσια, σ΄αντιστοιχία με μια κόκκινη τσάντα, ένα τζιν και μια πράσινη ζακετά. Ξαπλωμένος πάνω στο μπουφάν του. Ένα φως είναι μονίμως ανοιγμένο, πάνω από το κεφάλι του. Στα όνειρα του, κατόρθωσε να φτάσει πρώτος στους αγώνες της κολύμβησης. Όμως παραμένει ανίκανος στα μάτια της μητέρας του. Μακάρι να ερχόταν πρώτος στους αγώνες..

Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος άντρας, επέστρεψε. Πήρε κάποια απόφαση.
Ανοίγει τον υπολογιστή του και ξεκινάει να γράφει πατώντας τα πλήκτρα μελωδικά, σε σύνθεση ενός κομματιού dubstep.
Έχει έντονο και σταθερό βλέμμα, και όταν σκέφτεται αγγίζει με μια κλίση καμπύλης, τις τρίχες του προσώπου του.
Ο δεύτερος άντρας από τα αριστερά, δεν ακούει πολύ μουσική. Μόνο συνθέτει ρυθμικά γράμματα και όταν προχωράει θέλει να πατά συγκεκριμένα στο εσωτερικό των κύκλων. Και στο μπάνιο, μετά το κατούρημα, πρέπει να πλύνει τα χέρια του 2 φορές. Μετά το χέσιμο, 3. Και μετά την εκσπερμάτωση, 4.

Ο τέταρτος άντρας, από τα αριστερά, περιμένει να πεθάνει,συνειδητά. Όμως είναι νέος. Μου φαίνεται περίεργη αυτή του η σκέψη. Δεν κοιμάται. Εδώ και δύο ώρες η μόνη κίνηση που κάνει είναι να σπάει τον αντίχειρα του. Σα να αγνοεί πως υπάρχει, και να διπλοτσεκάρει την ποιότητα του χεριού του. Το βλέμμα του, καθηλωμένο σ'ένα κενό που νομιμοποιεί την απάθεια του. Είναι αναβλητικός. Το ξέρει. Όμως αυτό, τι σημασία έχει. Γνωρίζει ότι θα πεθάνει όπως γνωρίζεται με την αναβλητικότητα του. Έτερον εκάτερον. Τι σημασία έχει. Οι φίλοι του πλέον δεν τον αντέχουν, όμως δε το παραδέχονται. Απλώς ο τέταρτος άντρας, κάθε μέρα που απολαμβάνει τον καφέ του, πιστεύει πως πρέπει να αποσυρθεί απ'όλα αυτά. Άμα δεν τον θέλουν μία, δεν τους θέλει δέκα. Όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ζωγράφος. Ταλέντο, δεν είχε. Μόνο την ευαισθησία, και αυτήν αποκομμένη από την καλλιτεχνική συμβολικότητα. Τι σημασία έχει.

Ο τρίτος, ξύπνησε. Τεντώνεται. Ο ύπνος έχει πολλες ομοιότητες με την σεξουαλική συνεύρεση. Οι εκφράσεις και οι ήχοι, διαφέρουν σε ελάχιστα σημεία τους. Διαφοροποίησε λίγο την στάση του σώματος του (ελάχιστα, μόνο άλλαξε το χέρι που στηριζόταν) και επέστρεψε. Σκέφτηκε πως και το να είσαι τρίτος, δε πειράζει. Τουλάχιστον δεν είσαι και τελευταίος. Η προσπάθεια είναι που μετράει και ο ανταγωνισμός είναι προιόν πλύσης εγκεφάλου. Στον ύπνο του, αυτή τη φορά, είδε να είναι πρώτος, επειδή σκότωσε τους υπόλοιπους συναγωνιζόμενους του. Τον τρόμαξε. Την επόμενη μέρα, το είπε στη μητέρα του, και μαζί, ψάξανε στον ονειροκρίτη για τη σημασία της πρωτιάς και του φόνου. “Για καλό είναι!” Το συμπέρασμα.

Ο αντίχειρας ξανά έσπασε. Και ξανά. Και ξανά. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα.

Ο πέμπτος, και τελευταίος του κάδρου μας, από τα αριστερά, κοιτάζει εδώ και ώρα ένα άδειο μπουκάλι Λουξ. Έχει φέρει τα χέρια του, πίσω από το κεφάλι του. Νοιώθει παγιδευμένος.
Δεν το έχει εκμυστηρευτεί σε κανέναν, ούτε στις γκόμενές του, πως πιστεύει ότι είναι αλκοολικός. Ναι. Κάθε βράδυ, προτού κοιμηθεί, γεμίζει ένα ποτήρι με ουίσκι, το πίνει με τη μία, και ύστερα κοιμάται. Είναι σίγουρος πως είναι το φάρμακό του. Διαφορετικά, υποφέρει από πόνους στο στήθος και στα κόκκαλά του. Ο πέμπτος, δεν περιμένει να πεθάνει. Το θεωρεί μάλιστα, αδιανότητο. Είναι μεσήλικας, χωρισμένος δύο φορές. Σκέφτεται να ξανα παντρευτεί μια από τις γκόμενές του, όμως δε ξέρει ποιά. Η Λίζα, έχει τα μεγάλα βυζιά, η Άννα έχει ωραίο κώλο, η Μαρία είναι ηθοποιός και του αρέσει το δράμα (εντάξει, η Μαρία έχει και τσιμπουκοχειλάρες) , και η Μαίρη είναι καθηγήτρια στο σχολείο του γιού του.
Δεν είναι απλή απόφαση. Άλλαξε τη στάση του. Σκυμμένος μπροστά. Δεν άντεξε να κοιτάει άλλο αυτό το άδειο μπουκάλι. Τον έπιασε ηττοπάθεια. Θα'θέλε πολύ να κοιμηθεί ήρεμος.

Σπάσιμο αντίχειρα! Ο δεύτερος, εκστασιασμένος, ανέβασε το μπιτ. Πληκτρολογεί σε 9/8. Πιάνει και με τα δύο του χέρια τις τρίχες του, τώρα όλο του το πρόσωπο, τα μαλλιά του, ξανά. Ανεβάζει το μπιτ και άλλο. Νομίζω έχει έρθει σε οργασμό. Έχουν σφίξει οι μυς των χεριών του, είναι απόλυτα συγκεντρωμένος. Πήρε μια ανάσα, και με κοίταξε. Θέλει να του δώσω έγκριση.
Ποια είμαι εγώ να το κάνω αυτό. Ο οργασμός είναι πολύ προσωπικό ζήτημα.
Σπάσιμο. Τραβάει τις τρίχες του με περισσότερη δύναμη. Έχει ιδρώσει. Τα μάτια του γουρλωμένα.
Ηρεμεί. Δε θα μάθω ποτέ τι στο διάολο έγραφε.

Όμως δεν έχει σημασία. Έτσι έμαθα από τον τέταρτο. Ο πέμπτος απέτυχε. Ο πρώτος, τον δεύτερο θα ζηλέψει. Το πάθος του. Ίσως ξεκινήσει να πηγαίνει εκδρομές. Προσωπικά, ελπίζω να παραιτηθεί. Και ο τρίτος, αυτοκτόνησε πρώτος απ' όλους.

Τέλος τώρα.
Οι φιγούρες με συνόδευσαν, άλλαξαν την θέση τους στον χώρο και εξαφανίστηκαν.
Το μέλλον είναι όσο απρόβλεπτο είναι και το παρόν. Όσο θολό είναι το παρελθόν. Και όσο ανύπαρκτη είναι αυτή η καθορισμένη χρονική γραμμικότητα.

Τι να έγραφε; Εν τέλει, έχει σημασία ή όχι; 
Ας μου απαντήσει κάποιος.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Πέρασαν.

https://www.youtube.com/watch?v=8051Hipbmmw

Άκου Παλιόφιλε.
Μια κραυγή σηματοδότησε μιαν αρχή. Ξέρεις τώρα. Η γέννα. Το θαύμα της ζωής.
Το θαύμα του μουνιού.

Ήταν περασμένες 10, και είχαν περάσει 10 χρόνια. Το μόνο που έβλεπα ήταν ανθρώπους να πηγαινοέρχονται, καινούργια ρούχα, μερικές κούτες, την αδερφή μου να κλαίει. Η γνώριμη εικόνα του μέρους που αφήνα πίσω μου όσο το αμάξι απομακρυνόταν. Το μέρος σ'ένα αφαιρετικό επίπεδο. Ποτέ δεν είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτό θα ήταν πολυτέλεια της σταθερότητας.
Η ώρα 10 και τέταρτο. Πέρασαν 11 χρόνια τώρα. 13 χρόνια.
Η ώρα κολλημένη. 10 και τέταρτο. Και άλλες κουτές, αγχωμένες πρώτες μέρες.
Η ώρα κολλημένη στην αναχώριση.
Τα διάφορα σχολεία που βρέθηκα είχαν ένα κοινό σημείο.
Οι δάσκαλοι μας φώναζαν πως πρέπει να μιλάμε στη τάξη, να μην είμαστε εσωστρεφείς.
Όμως άμα κάναμε πολύ φασαρία, μας έβαζαν τιμωρία. Καμιά φορά μας έκαναν κάτι σαν ψυχολογικό πόλεμο. Ξέρεις τώρα. "Οι γονείς σου θα πρέπε να ντρέπονται." "Σκάσε πια αποτυχημένε." και τέτοια.
Άμα απαντούσες στις ερωτήσεις του δασκάλου σωστά, όλοι σε έλεγαν εξυπνάκια
και άμα απαντούσες λάθος γελούσαν. όμως ο δάσκαλος πάντα έλεγε να μη φοβάμαστε να μιλήσουμε.
στη συνέχεια όμως γέλαγε και εκείνος μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά.
ίσως περίμενε πως έτσι θα προσέγγισε τους εξυπνάκιδες.
οπότε και'γω, δε μιλούσα ποτέ και είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
εντάξει, εντάξει. Δεν είχα και τους καλύτερους βαθμούς, όμως δε με ενοχλούσε.
και οι γονείς μου, δε παραπονιόντουσαν. μόνο που καμιά φορά με πλησίαζαν δειλά και μου έλεγαν
"μην είσαι έτσι κλειστή κορίτσι μου."
μα τι να έκανα και'γω, έβαζα τα κλάματα από τη στεναχώρια μου και οι γονείς μου νόμιζαν πως η υπερευαισθησία μου θα έφταιγε που δεν είχα φίλους. Θυμάμαι πως κατηγορούσαν τους εαυτούς τους. Όμως δεν έφταιγαν εκείνοι. Απλώς, να..έτσι ήμουν.
Ρε το θυμάμαι. δεν τους ήθελα τους φίλους. ούτε εκείνοι με ήθελαν. Το θυμάμαι σου λέω. Θυμάμαι πως πάντοτε ένοιωθα ότι θα πρέπε να κάνω κάποια πράγματα, χωρίς να ξέρω τον λόγο.
Η υπερευαισθησία μου με έκανε απωθητική. Έτσι έπρεπε να πιστέψω. Επειδή χρειαζόμουν τους φίλους. Ξέρεις τώρα. Και'συ, σα παιδάκι, θα είχες φίλους. Αλλιώς, δε ξέρω, κάτι θα πήγαινε λάθος με'σένα.
Τέλος πάντων. Ξέρω πως δε σε ενδιαφέρουν και τόσο αυτές οι λεπτομέριες, αλλά θέλω να με ακούσεις λιγάκι ακόμη.

Η ώρα 10 και τέταρτο. Πέρασαν ακόμη 5 χρόνια. Γνώρισα επιτέλους την Βένια.
Η Βένια είναι πολύ όμορφη κοπέλα. Οι κούτες πλέον, άχρηστες σε αποθήκες. Έβαλα ρολόγια στο δωμάτιο μου και μετρούσα τον χρόνο μου με προσοχή. Κάθε μέρα, χρησιμοποιούσα ένα προσωπικό ημερολόγιο. Μου το είχε προτείνει η κυρία Λεκάκη. Ήταν πολύ καλή μαζί μου. Την είχα γνωρίσει πριν δύο χρόνια. Όταν είχα δει την Βένια πρώτη φορά. Δε μ'άρεσε πολύ το γραφείο της. Είχε πάρα πολλά χρόνια μέσα του. Συμπιεσμένα, στημένα και βρώμικα. Μου μιλούσε συνεχώς με όρους.. "μείζων κατάθλιψη", "αγχώδη διαταραχή" "νεύρωση","υποχονδρίαση","οριακή διαταραχή προσωπικότητας" , κάτι τέτοια..δε καταλαβαίνα. Τίποτα δε καταλάβαινα. Μόνο αυτό με το ημερολόγιο. Έλεγε πως ίσως επηρεαστεί η μνήμη μου από τα χάπια που μου έδωσε. Ίσως γι αυτό δε καταλάβαινα αυτές τις λέξεις.
Δε με ένοιαζε καν. Είχα γνωρίσει την Βένια. Και τα χάπια, να ξέρεις, δεν ήθελα να τα πάρω.
Όμως, η υπερευαισθησία μου ήταν απωθητική. Και αυτό που μου κολλούσαν ιδέες στο μυαλό, τους τρόμαζε τους γονείς μου. Εντάξει, ίσως φερόμουν περίεργα, το παραδέχομαι εντάξει.
Όμως ο μαλάκας εκείνος έφταιγε. Το ήξερα πως δε με συμπαθούσε. Ήταν κακός άνθρωπος. Ο χειρότερος. Αλήθεια στο λέω. Εντάξει ναι, μου είχε κολλήσει στο μυαλό πως τον μισούσα.
Αυτό θα άλλαζε όμως. Πάντα αλλάζει. Σα τις μετακομίσεις μου ρε μάνα, αφού δεν υπάρχει σταθερότητα.
Ρε'συ, το ήξερε, όλοι το ξέραμε. Ήταν μαλάκας σήμερα. Αύριο θα'ταν ο θεός ο ίδιος.
Τα χάπια πως στο διάολο θα το αλλάζαν αυτό; Θα με έκαναν λιγότερο απωθητική; Τι σκατά;
Θα μίλαγα περισσότερο; Μπορεί να μίλαγα και στη Βένια άμα έπαιρνα περισσότερα;
Πες μου γαμώτο. Πες μου. Ορίστε ναι, ψέματα σου είπα.
Δεν την γνώρισα. Δε μπόρεσα να της μιλήσω. Κότεψα ρε, κότεψα.
Αλλά ξέρεις τι; Δε θέλω κιόλας. Να πάει να γαμηθεί. Δε θέλω να κάνω τον κλόουν άλλωστε κάθε φορά για να με αποδεκτούν.
" Κορίτσι μου Ηρέμησε. Τι έπαθες πάλι. " Σα να ακούω τη μάνα μου πάλι. Και η άλλη η Λεκάκη, η μαλακισμένη αυτή, που είναι και σπουδαγμένη τρομάρα της, θα μου πει τι είναι πραγματικό και τι όχι; Μαλάκω. Εγώ ξέρω τι είναι πραγματικό. Και γω κουμπώνω αυτά που μου δίνεις. Εσύ απλά αράζεις εκεί, στη πολυθρόνα σου, παίζεις με τα μυαλά των ανθρώπων. Και παριστάνεις πως ξέρεις τι σημαίνει παλεύω με τους δαίμονες μου.
Και να πάει να γαμηθεί και η μάνα μου. Η υπερευαισθησία μου θα με κάνε απωθητική.
Όχι ρε μάνα, όχι. Η κοινωνία με κάνει άρρωστη. Μου προκαλεί εμμετό. Με απωθεί, ναι.
Δήθεν με καταλαβαίνει. Δήθεν τόσοι ψυχολόγοι και ψυχιάτροι, η επιστήμη, τα φάρμακα, οι εκπομπές, οι ομιλίες. Σκατά όλα , μ'ακούς; Μπουρλότο σ'αυτές τις μαλακίες. Η αρρώστια η δική μου έχει γίνει μια γραμμή σε διαγράμματα κερδοσκοπικών φαρμακευτικών εταιριών, μια επιτυχημένη ομιλία σ'ένα βιογραφικό. Πολυσυζητίσημη απ'όλους τους επιστήμονες. Εμένα όμως ποτέ κανένας δε με ρώτησε τι νοιώθω. Κωλό μπίζνα είναι. Και'γω δεν υπάρχω.

Μόνο να ηρεμήσω μου έλεγαν. Μόνο να μην είμαι έτσι. Να μην είμαι απωθητική.
Να μην είμαι υπερευαίσθητη. Να μην έχω εμμονές. Να μη θέλω να πεθάνω.
Ποτέ δε με ένοιαξε. Γιατί να με νοιάξει τώρα; Για ποιον τα παίρνω αυτά τα χάπια;

Οπότε Λεκάκη, πάρε φόρα, και βάλε τα πτυχία στον κώλο σου.

Η ώρα 10 και τέταρτο. Κολλημένα. Πέρασαν άλλα 5 χρόνια.
Πλέον στα 22 μου. Τελειώνει η ιστορία μου, μην ανησυχείς. Αποδέκτηκα την υπερευαισθησία μου.
Έμαθα τι σήμαιναν και όλες αυτές οι λέξεις. Όμως δε παίρνω αυτά τα χάπια.. Πλέον οι εμμονές μου είναι περισσότερες. Δε πολύ βγαίνω από το σπίτι. Φοβάμαι τον κόσμο. Σου ακούγεται ηλίθιο, αλλά μπορεί να πεθάνω. Εκεί έξω, είναι επικίνδυνα. Καμιά φορά θα έπαιρνα τη μάνα μου τηλέφωνο αλλά θα μου απαντούσε
"Χέσε μας κορίτσι μου, ξεκόλλα και ζήσε λίγο." Θα μου το έκλεινε. Εντάξει, την καταλαβαίνω.
Έχω σταματήσει να γράφω στο ημερολόγιο μου πλέον.
Δε βρίσκω νόημα. Οι μέρες μου είναι τόσο ίδιες. Η φοιτητική μου ζωή μπορεί να μην είναι τόσο φαντακτερή και ριψοκίνδυνη, όμως νοιώθω ηρεμία.
 Ξέρω πως μου είπαν πως έχω όλα αυτά τα προβλήματα, και σε τρομάζω,όμως νοιώθω εντάξει. Όχι τέλεια. Απλά εντάξει. Μόνο να ρε γαμώτο..η Βένια..πόσο θα ήθελα να της έχω μιλήσει.. Φοβάμαι όμως..μπορεί να ήταν ακόμη μια εμμονή.
Ακόμη και η Βένια..
Δε ξέρω..μπορεί άμα γύρναγα τον χρόνο πίσω, ίσως να μίλαγα και παραπάνω στο σχολείο.
Ή και να με τέλειωνα επι τόπου. Να έπαιρνα ένα μολύβι και να το ανάγκαζα στο λαιμό μου.
Θα είχα γλιτώσει τις ενοχές από τους γονείς μου.

Η ώρα 10 και μισή. Άρπαξα τον δείκτη και τον τερμάτησα. Πέρασε ένα τέταρτο. Πέρασε το 1/2 της ζωής μου.
Πλέον μόνη, άρρωστη, και μόνη. Με ακούς ακόμη;
Προσπάθησα ρε'συ. Είχα ψάξει και δουλειά. Όμως όλο μου έλεγαν πως κάτι πάει λάθος με το μητρώο μου, με φοβόντουσαν σε πόστα με ευθύνες.
 Και οι γονείς μου πλέον, δε μου μιλάνε. Οκ, δε σηκώνω και 'γω τα τηλέφωνο , αλλά ρε'συ, έχω κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Αφού σου είπα προσπαθώ. Όμως συνεχώς, ζητούν παραπάνω από'μένα. Προσπάθησα να κόψω και το κάπνισμα. Ο καρκίνος με άγχωνε σα σκέψη.
Και τώρα να, είμαι τόσο μόνη μου. Και αυτή η Λεκάκη, η ψυχίατρος που σου έλεγα, νομίζω κάνει καριέρα τώρα κάπου στην Αμερική. Είναι και από τα πρώτα ονόματα. Μα τι ειρωνεία.

Παλιόφιλε..
παλιόφιλε.. Ξέρεις τι θα κάνω; Θα γυρίσω τον χρόνο πίσω!
Αρπάζω κάτι κούτες , μπαίνω μέσα! Κρύβω καλά καλά τα πόδια μου.
Στέκομαι όρθια για να μπορώ να κοιτάω τη θέα από το μπαλκόνι. Μπορώ να φανταστώ την μετακίνηση. Θα προσπαθήσω να ανασύρω την απομάκρυνση του αμαξιού τώρα. Ρε Βένια, εδώ ο παλιόφιλος θα με βοηθήσει. Έτσι παλίοφιλε;
Λοιπόν! Λοιπόν! Μπορεί η κοινωνία να μου τα γάμησε όλα, όμως εσύ παλιόφιλε, μ'ακους τόση ώρα, θα με βοηθήσεις να ταξιδέψω στον χρόνο! Είμαι έτοιμη. Σου πιέζω την σκανδάλη σιγά σιγά παλιόφιλε. Κλείνω τα μάτια μου.
ΝΑΙ, ΝΑΙ! Θα ελευθερωθώ! Όχι άλλες φοβίες ρε!
Βένια!
1, 2, 3..............







Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

[not a romantic story]

Ε..Πού είσαι; Με θυμάσαι;
Κάποτε ξενύχτησα στο παράθυρο σου, ξέρεις τώρα,
να ταίζω την γάτα, να φτιάχνω λυρικά ανομοιοκατάληκτα ποιήματα στο κεφάλι μου
Να έχω τάση λιποθυμίας, και ας μη ζαλίζομαι.
Να σκέφτομαι τον θάνατο. Να περιμένω χαιδεύοντας τον χρόνο και όλες του τις απώλειες,
ανυπομονώντας για ακόμη μία. Ή για κάτι. Ή και για'σένα.
Τα δέντρα φαίνονται όμορφα από το παράθυρο σου. Και ας βρισκόμαστε σε αστικό περιβάλλον.
Δε γαμιέται.
Και το σκοτάδι, αυτό το σκοτάδι, που αυτή τη στιγμή μας διαχωρίζει, έχει κατανόηση. Κατά του νου. Την άρρητη κατανόηση.
Ξέρεις.
Και όταν η μέρα χαθεί, δε ξέρω αν θα βλέπω το ίδιο. Δε ξέρω αν θα γράφω, αν θα μπορώ να συνεχίσω να μιλάω με παραμοιώσεις και συμβολισμούς. Σίγουρα εσύ θα μαστουρώνεις.
Και'γω; Θα μαστουρώνω με την μαστούρα σου. Αρκετό.
Όσο εσύ θα κάνεις μπάνιο στο ημί-φως.
Πότε θα ξεπλυθούμε παρέα;
Η αχόρταστη γάτα, χόρτασε. Και το μυαλό μου, δυνάμωσε.
Οι νεκροί στις θέσεις τους, και οι ζωντανοί στους τάφους τους.
Και'μεις; Να κοιτάμε τη θέα από το παράθυρο σου.
Να μου ψιθιρίζεις και αύριο.
Και μετά , σιωπή. Και νερό.
Οι αμαρτίες μας, μόλις ξεκίνησαν.



Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

αφιερωμένο.

τα χέρια σου , μικροί θνητοί, να μου φανερώσουν τα αγαθά των ανωτέρων γνωστικών συναισθημάτων.
αποφεύγω την κατηγοριοποίηση καθώς αυτό προαπαιτεί και την γνώση.
εγώ αρνούμαι την γνώση.
δέχομαι όμως τα χέρια σου.
το χέρι σου, ως πρόεκταση του μυαλού σου.
όμορφο, περίπλοκο, με μπόλικες σκιές, ενοχές
με τσιτωμένες γωνίες , και χαλαρούς ιστούς σύνδεσης με το υπόλοιπο σώμα, γεμάτο ζωή.
δίψα για ζωή, δίψα.
το αγαπάω το χέρι σου. είναι ικανό να με κάνει να αισθανθώ πως καυτεριάζεται το δέρμα μου, και πως δεν κινδυνεύω πια από μόλυνση.
και έτσι όπως το κοιτάζω από την κλεμμένη οπτική γωνία μου,
αναβιώνω την αρμονία του χεριού σου με την φύση.
και την αρμονία τη δική μου με την δική σου.
ωραίο δεν είναι ;
το αγαπάω το χέρι σου. και το σώμα σου.
Και ας ζαρώσει κάποτε, ματαιόδοξα και σιωπηλά.
φίλε μου.