Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Ονομάζομαι Ζοζέφ Ινιάς Γκιγιοτέν. Είμαι αυτός που ψάχνετε. Προτού μου προσάψετε την οποιαδήποτε κατηγορία οφείλω να απολογηθώ, μάλλον δε το οφείλω, το απαιτώ. Αν μη τι άλλο επηρέασα έντονα την ανθρώπινη εξέλιξη και η γνώμη μου πάνω στα πεπραγμένα θα'πρέπε να σας ενδιαφέρει.
Φυλακίστηκα στη Τρομοκρατία, με πρόσχημα την αγάπη μου για το ανθρώπινο πνεύμα και την αγάπη μου για την Γαλλία, όμως απελευθέρωθηκα ύστερα από την πτώση του Αδιάφθορου, τον Ιούλιο του 1794.
Πάντοτε πίστευα στις ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ακόμη και τώρα, που βρίσκομαι εδώ, ενωπίον σας, δε θα αρνηθώ τις ρίζες μου.
Στην Άλωση της Βαστίλης, προτεστάντησα. Τα γνωρίζετε. Οι επανάστατες είμασταν κατά της μοναρχίας, θέλαμε να ανατρέψουμε τα πράγματα. Επιθυμούσαμε να ρήξουμε τον κλήρο και τους ευγενείς. Συναντιόμασταν και συνομιλούσαμε για τον Ρουσώ και την αυτονομία του λαού, τον Μοντεσκιέ, τον Βολταίρο. Αγαπούσαμε το πνεύμα και απεχθανόμασταν την αδικία, απεχθανόμασταν πως οι ευγενείς κατείχαν την πολιτική τους θέση, πως δεν πληρώναν φόρους και πως εμείς, εμείς οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες, οι έμποροι, είχαμε την ελάχιστη πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά. Οραματιστήκαμε μια δημοκρατία. Μια δημοκρατία βασισμένη σε αξίες και αρχές, όπως θα τις περιέγραφε ο σπουδαίος Τζον Λοκ. Υπερασπιστήκαμε την ιδιοκτησία, τα φυσικά δικαιώματα και το δικαίωμα αντίστασης στην τυρρανία και αν μη τι άλλο, το απλό δικαίωμα στο ψωμί. Θέλαμε το τέλος της μοναρχίας,καθιερώσαμε μια ενωμένη αστική τάξη.
 Η επανάσταση του 1789 είναι η επανάσταση που καθόρισε τον κόσμο. Και δε μπορείτε να το αρνηθείτε αυτό, ακόμη και'σεις.
Ας συνεχίσω όμως, θεωρώ πως δεν σας ενδιαφέρουν τόσο τα ιστορικά στοιχεία,καθώς άμα τα αναγνωρίζατε, δε θα βρισκόμουν εδώ ενωπίον σας.
Λοιπόν,
Προσωπικά, αγαπούσα ανέκαθεν τον άνθρωπο, ειδικότερα την ανατομία του και την πνευματική του εξέλιξη. Αγαπούσα τα πλήθη, ήξερα πως μπορώ να επηρέασω. Σαφώς και ήθελα την ειδική θέση, την άξιζα. Υπήρξα έξυπνος, και η κοινωνική αναγνώριση ήταν το ελάχιστο που άρμοζε στη περίπτωση μου.
Ως βουλευτής και ως εξέχον μέλος της επιτροπής της συντακτικής συνέλευσης μπορούσα να επηρεάζω. Λοιπόν, η θανατική ποινή, στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης,ήταν απαραίτητη.
Όμως, έπρεπε και να ακολουθεί και το πνεύμα των αρχών μας και των νόμων μας. Οι μέχρι τότε εκτελέσεις, ήταν ιδιαίτερα επώδυνες, δυσκολεύαν τους υπεύθυνους. Τα πράγματα ήταν απαιτητικά και οι δήμιοι αναγκαζόντουσαν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τον εξοπλισμό τους. Μάλιστα, τα πρώιμα εργαλεία τους όντας ελαφρία, και με τη συχνή τους χρήση, έφθειναν, και το κόστος της επισκευής το επωμίζονται οι ίδιοι. Γεγονός άδικο και όπως σας είπα, είχαμε ορκιστεί να πολεμήσουμε την αδικία.
 Ο κύριος Σαρλ Ανρί Σανσόν, μπορεί να σας περιγράψει καλύτερα τις απαιτήσεις και τις δυσκολίες. Ο ίδιος υπήρξε δήμιος τέταρτης γενιάς, αληθινά εκπληκτικός στη δουλειά του, σήκωσε πάνω από 3.000 εκτελέσεις. Εξαιρετικός, διαβαστερός, με πάθος, όρεξη και αγάπη για τη μουσική.
Λοιπόν, ο κύριος Σανσόν, υποστήριξε την πρόταση μου εκείνη τη μέρα στην εθνική συνέλευση. Το '91. Η πρόταση μου ήταν η εφεύρεση και η λειτουργία ενός μηχανήματος που θα οικοδομήσει την ανθρώπινη και ισότιμη ανεξαρτήτως κακουργήματος, θανατική ποινή. Ένα μηχάνημα που, με συνοπτικές διαδικασίες, θα αφαιρεί τη ζωή από το άτομο, θα'ναι γρήγορο και αποτελεσματικό. Αυτή η πρόταση αφορούσε ένα μηχάνημα εκτέλεσης, την γκιλοτίνα.  Και όσον αφορά την διαδικασία της θανατικής ποινής, φαντασιώθηκα πως θα είναι χώρος συνάντησης,συζήτησης,πως θα φέρει την επανάσταση μέσα στην επάνασταση. Οι πολίτες θα βγαίνουν από τα σπίτια τους, σύσσωμοι, και θα θαυμάζουν την ευρρυθμία, την φυσική κατάληξη των αντιστάσεων στις Ιδέες. Θα'ταν ένα ευχάριστο γεγονός και όχι ένα αιματοβαμένο θέαμα με φωνές και τρόμο.
 Όλοι θα μιλούν γι'αυτό και όλοι θα ζηλεύουν που δεν έδειξαν ποτέ σεβασμό στους εχθρούς τους, όπως όριζαν οι αρχές των νόμων μας. Ήμουν ο μόνος αληθινός δημοκράτης. Αυτό είναι και που μου προσάπτετε, πως αγάπησα τον άνθρωπο,το πνεύμα και το έθνος μου. Άλλωστε, η ιδέα της γκιλοτίνας, έχει ρίζες παλαιότερες. Συνδέεται με την ιστορία μας. Είναι φυσική αναγκαιότητα, δε το καταλαβαίνετε; Εσείς σάμπως δεν εκτελέσατε τους εχθρούς σας; Πιστεύετε πως τα δικά σας χέρια είναι πιο καθαρά από τα δικά μου; Θάνατο στους μονάρχες! Θάνατο στους καταπιεστές! Αυτό πιστεύω κι'γω. Μαζί σας είμαι.

Ναι, οι εκτελέσεις στη γκιλοτίνα, ήταν το κεντρικό θέαμα στη Γαλλία. Ναι.
Είχε κάνει τόση εντύπωση στον κόσμο, κυκλοφορούσαν μέχρι και μινιατούρες. Νομίζω, πως αυτό σας ενοχλεί, σωστά; Η γαλούχηση των παιδιών και η εξοικείωση τους με την θανατική ποινή. Συμφωνώ, είναι σκοτεινό σημείο ετούτο, μα, ο κόσμος είναι αυτός κύριοι μου. Τα παιδιά, είναι κομμάτια του κόσμου, δε μπορούμε να τα κρατάμε ανενημέρωτα. Άλλωστε, φιλοσοφικά μιλώντας, ο θάνατος είναι η συνέχεια της ίδιας ζωής, είναι η μετάβαση σ'ένα καινούργιο στάδιο. Η αντιμετώπιση των εκτελέσεων αντιμετωπιζόταν με παιγνιώδη τρόπο. Ουσιαστικά, το θέαμα αυτό, ξυπνούσε τις παιδικές συνειδήσεις του λαού μας. Γελούσαν, χαριτολογούσαν, φλέρταραν. Και όλα αυτά, στο προσκήνιο με τους εχθρούς και αντιφρονούντες να δίνουν τη ζωή τους στο όνομα μιας ανεκπλήρωτης στήριξης στις επαναστατικές μας ιδέες. Θεωρώ πως αυτή η επαφή, με αυτόν τον τρόπο, έχει πολύ θεραπευτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.
Άλλωστε, μιλώντας για παιδαγωγική, η γκιλοτίνα βοήθησε στην ανάπτυξη και της ιατρικής, της μελέτης του εγκεφάλου και της ανατομίας του σώματος.
Είχε και αυτή την άγρια ομορφιά, τον λυρικό τρόπου που έπεφτε η λεπίδα, ο ήχος της αποκόλλησης του κεφαλιού, το χειροκρότημα. Ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, σίγουρα ενέπνευσε χιλιάδες ποιήματα και μυθιστορήματα.
Γιατί λοιπόν μισείτε με τέτοιο σθένος ένα ανθρωπιστικό εργαλείο θανάτου;
Αναφέρεστε στην θανατική ποινή σαν περιττή πρακτική, ενώ γνωρίζετε πως στον πόλεμο ο φόνος είναι απαραίτητος. Ξέρετε φυσικά για τους αναρχικούς, τους ιλλεγκαλιστές, τον Ελί, τον Ρειμόν, τον Σουντί, την Αντουανέτα, τους εβραίους,τους κομμουνιστές δηλαδή τους αντίθετους με τα καθεστώτα ή τους τυχαίους εχθρούς των κρατών. Αλήθεια, πόσους νεκρούς μετράει μέχρι το 1980 η γκιλοτίνα;
Αυτή είναι η αιτία. Αντιδράτε συναισθηματικά, και πιστεύετε πως φέρω ευθύνη για το ότι η γκιλοτίνα καθιερώθηκε ως η πάγια τακτική αντιμετώπισης των αντιστάσεων ανά τον κόσμο.
Έχετε μίσος για τα όπλα που δε σκεφτήκατε πρώτοι! Μα είναι μόνο μια μέθοδος. Πάλι καλά εμάς τους ανθρώπους μας ορίζει μια σπουδαία δημιουργικότητα.
 Υπήρξαν και οι εξορίες, οι βασανισμοί, οι μαζικές εκτελέσεις. Αναγνωρίστε μου το ελαφρυντικό της αγάπης μου για τον άνθρωπο. Τουλάχιστον αυτό.


 Δυστυχώς, φοβάμαι πως δε θα με ακούσετε. Η γκιλοτίνα για εσάς είναι κάτι διαφορετικό.
Πιστεύετε πως αφορά μια επίδειξη δύναμης, μια διασκέδαση της αστικής τάξης.
Πιστεύετε πως αποτελεί ορόσημο της εξουσίας και της κυριαρχίας, σύμφωνα με τις προκυρήξεις σας.
Πιστεύετε πως εγώ σκότωσα τους φίλους σας, εγώ όμως απλώς υπερασπίστηκα το έθνος μου.
Σας υπενθυμίζω πως υπήρξα ο εμπνευστής και όχι ο δήμιος. Δεν ήμουν εγώ αυτός που σήκωνε τη λεπίδα και αυτός που την άφηνε, δεν είναι τα δικά μου χέρια βαμένα με το αίμα των συντρόφων σας, όχι. Δε χειροκρότησα ποτέ μου στις εκτελέσεις. Εγώ μόνο ενέπνευσα την ανθρωπιστική θανατική ποινή. Τίποτα παραπάνω. Λέτε πως δεν πολεμάτε τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα που τον γεννάει. Λοιπόν, εμένα δε με γέννησε το σύστημα, υπήρξα απλώς ένας από τους χιλλιάδες εμπνευστές τους. Η γκιλοτίνα είναι αφορμή, όμως μισείτε όσα συμβολίζω. Σωστά;
Γιατί να πεθάνω για ένα σύμβολο λοιπόν;
Εγώ είμαι μαζί σας, σας το είπα εξαρχής. Ενώπιον σας.
Σέβομαι τον αγώνα σας. Σέβομαι τον πόνο σας για τους δολοφονημένους συντρόφους σας. Σέβομαι το βιώμα της βίας, και τη σφραγίδα της φτώχειας. Όπως άλλωστε, αναφέραμε και στην διακήρυξη των ανθρωπίνω δικαιώματων τότε στη Γαλλία των ιδεών: όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η επανάσταση είναι για το λαό, και για κάθε μερίδα του, το πιο ιερό και αναγκαίο καθήκον.

Ονομάζομαι Ζοζέφ Ινιάς Γκιγιοτέν, εμπνευστής της γκιλοτίνας, φερόμενος ως υπεύθυνος για αμέτρητους θανάτους, ενθερμό μέλος της αστικής τάξης. Δηλώνω αθώος και υπέρμαχος της ελευθερίας. Δηλώνω πατριώτης. Δηλώνω εμπνευστής και μόνο, της γκιλοτίνας, του πιο ανθρωπιστικού εργαλείου θανάτου. Δηλώνω μετανιωμένος. Ζητώ την συγχώρεση σας. Σας ικετεύω, ενώπιον σας, να με αφήσετε να ζήσω. Να δείξετε την ανθρωπιά που σας στέρησα. Σας ικετεύω να σταθείτε υψηλά στους στόχους της εξέγερσης σας και να μη επιτρέψετε να μετατραπεί σ'ένα άστοχο αιματοκύλισμα. Σας ικετεύω να κοιτάξετε την αλήθεια στα μάτια. Δεν είμαι δήμιος! Ποτέ μου δεν έχω σκοτώσει.
Ποτέ μου δεν έχω αφαιρέσει ζωή. Και στην κατάληψη της Βαστίλης, κρυβόμουν! Είχα κρυφτεί μέσα στις φυλακές, υποκρίθηκα τον τρελό ώστε να μη με δολοφονήσουν είτε οι επαναστάτες, είτε οι ευγενείς. Ήθελα να πεθάνει ο Λουδοβίκος, όμως φοβήθηκα την αλλαγή που θα έφερε το καθεστώς. Αγάπησα την ελευθερία. Αληθινά. Αν δεν ήταν ο μπάσταρδος ο Σανσόν, να με υποστηρίξει τόσο έντονα εκείνη τη διαολεμένη μέρα στην εθνική συνέλευση, ίσως να μην είχε καθιερωθεί η γκιλοτίνα. Είχα σκεφτεί τόσες φορές, να κάψω τα σχέδια που την απεικόνιζαν, να έβρισκα έναν τρόπο να παρεμποδίσω την διαδικασία, όμως ήταν πολύ αργά! Όλα είχαν σχεδιαστεί και άμα έκανα πίσω, θα δημιουργούσα υποψίες για την πίστη μου στα δημοκρατικά ιδεώδη.
 Ανάθεμα τους, είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα της γκιλοτίνας. Οι δήμιοι να ξεκουράζονται, οι πολίτες να διασκεδάζουν και ένα μηχάνημα με χαμηλό κόστος, και ελάχιστη συντήρηση να κάνει όλη τη δουλειά. Μα πώς. Μα πως. Ο Σανσόν ευθύνεται. 3.000 σκότωσε μόναχα ο ίδιος! Επί 38 χρόνια. Είχε παραλάβει επίσημα το παλτό με το κόκκινο αίμα, σύμβολο πως έκανε καλή δουλειά. Αυτό το γνωρίζετε; Αυτόν να φέρετε εδώ μπροστά σας! Εγώ είμαι αθώος, αθώος σας λέω. Ενώπιον σας. Έπαιζε βιολί και τσέλο ο τρελός, το κτήνος. Αποκεφάλιζε και στη συνέχεια τεμάχιζε τα θύματά του Ακούτε; Αυτός είναι ο τρελός, ο δολοφόνος. Εγώ απλώς είχα την ιδέα.

Ονομάζομαι Ζοζέφ Ινίας Γκιγιοτέν, εμπνευστής της γκιλοτίνας. Βαθειά ένοχος και μετανιωμένος διάολε. Δώστε μου την ευκαιρία να αποτινάξω το παρελθόν μου.
Πραγματικά σας σέβομαι. Αφήστε με να ζήσω, και θα υπηρετήσω τους σκοπούς σας. Μπορώ και'γω να φωνάξω πως το έθνος είναι μια μηχανή που πρέπει να καταστραφεί. Μπορώ να πως πως δεν με ενδιαφέρει ο ανθρωπισμός αλλά η κοινωνική χειραφέτηση ως επιθετική ενέργεια καταστροφής και ανοικοδόμησης.Μπορώ ναι, σας το υπόσχομαι. Η σιωπή είναι πιο δυνατή από τους στραγγαλισμούς! Κάτω οι καταπιεστές! Η γκιλοτίνα υπήρξε η απόλυτη ουσία, της δύναμης της μπουρζουαζίας, Η γκιλοτίνα είναι η εικόνα του κόσμου που καταρρέι. Η γκιλοτίνα είναι μια διαστροφή, η γαλλική επανάσταση απέτυχε. Εγώ απέτυχα. Σας παρακαλώ, αφήστε με να ζήσω.


.
.
.
.
.
.



Διάγγελμα: Θανάτωση δια γκιλοτίνας. 
Χρόνος: Ποτέ των παντών. Παρορμήσεις και φαντασιώσεις. 
Τόπος: Εξοχή λαικής συνάντησης. Η πολεοδομία, διαφορετική. 

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Αποσυμβολοποίηση: Καθημερινοί ετερόλογοι.


Ε! Κόσμε. Κοιτάξτε με. Με λένε Χριστίνα. Ε, ε, ε! Ακούστε με. Είμαι καλός άνθρωπος, είμαι ο καλύτερος άνθρωπος που έχετε γνωρίσει. Το χαμόγελο μου φτάνει ως τα δικά σας αυτιά. Είμαι 22 χρονών. Είναι υπέροχο να ξυπνάς, και να είσαι τόσο νέα. Σπουδάζω εδώ, στο παιδαγωγικό τμήμα. Μ'αρέσει πολύ να λέω παραμύθια. Λέω πως αγαπώ και τα παιδάκια. Όμως, η αλήθεια είναι, πως απλώς μ'αρέσει να λέω παραμύθια. Απλώς, να, τα παιδιά, είναι πιο υπάκουα, όταν ξέρει κανείς να τα χειρίζεται. Τέλος πάντων, τέλος πάντων. Μιλάω πολύ, το ξέρω. Αυτό το έχω πάρει από τη μητέρα μου! Θυμάμαι κάθε πρωί, όταν ήμουν μικρή, που ξυπνούσα πάντοτε με φωνές στο σπίτι στο χωριό. Ήταν πάντοτε η φωνή της μάνας μου η πιο δυνατή, και στη συνέχεια οι υπόλοιπες. (καμιά φορά να μην ακούγονται καν.) Θυμάμαι μάλιστα, πως ποτέ της δεν φώναζε κακοπροαίρετα, ούτε ήθελε απαραίτητα να ξεχωρίσει, απλώς πίστευε πως η ένταση της φωνής είναι σαν ταυτόσημο του πάθους και της αγάπης. Νομίζω όλες οι μανάδες, λίγο πολύ, έτσι σκέφτονται. Ξέρετε, είμασταν πολύ κοντά εκείνα τα χρόνια. Και όσα λένε για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, είναι ψέμματα! Τουλάχιστον, στη δική μας σχέση, υπήρχε πάντοτε ισορροπία. Εντάξει, είμασταν και διαφορετικές , δε λέω. Όμως με καταλαβαίνε, και γω την καταλάβαινα. Θυμάμαι πως κανένας άλλος άνθρωπος δε με καταλάβαινε.
Φίλους, δεν είχα. Ο πατέρας μου; (γελάει) Τι να πρωτοπω γι αυτό το γαιδούρι! Υπήρχε, ναι. Και αυτός με αγαπούσε. Αλλά αγαπούσε παραπάνω ίσως το μικρό μου το αδερφάκι. Ήταν από άλλη οικογένεια και δε μπορούσε να μοιράζει τον χρόνο του και τόσο πολύ. Τον καταλάβαινα. Δεν του κράτησα κακία. Ποτέ μου. Ε και όσο να ναι, ανέπτυξα πιο ισχυρή σχέση με την μητέρα μου. Το ξέρω πως στην όψη , είμασταν διαφορετικές, μα στις σκέψεις, είμασταν ολόιδιες!
(μερική παύση)

Μετά, μεγάλωσα. Βιαζόμουν να μεγαλώσω. Και εν τέλει, τα κατάφερα. Έδωσα και αυτές τις βρωμο πανελλήνιες, και είχα περάσει στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα μου, προσπαθούσε να δείχνει την χαρά της, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πολύ λυπημένη που θα έφευγα από το χωριό. Μεσολλόγι , Ρέθυμνο, ήταν μια απόσταση. Αγεφύρωτη ίσως στα δικά της τα μάτια. Θα έμενε μόνη της. Ένοιωθα πολλές ενοχές. Όμως έπρεπε να φύγω.

Σιγά-σιγά, η κατάσταση χειροτέρευε. Με το που πάτησα το πόδι μου στο Ρέθυμνο, σα να μην ήθελα να την ξανα δω. Με είχε κουράσει. Ήθελα να δω νέα πράγματα, να γνωρίσω φίλες, αγόρια. Οπότε, σταμάτησα να της σηκώνω τα τηλέφωνα. Κατάφερα να απενεργοποιήσω τα συναισθηματικά μου κομμάτια. Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απομακρυνόμουν και εκείνη τόσο περισσότερο με έπαιρνε τηλέφωνα και μου έστελνε μηνύματα.
Μια μέρα, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Σας παρακαλώ όμως, θέλω να μείνει μεταξύ μας. Είναι έτσι , πιο προσωπικό, και φοβάμαι μήπως σκεφτείτε άσχημα πράγματα για'μένα. Τέλος πάντων, θα το πω.
Μια μέρα, έπιασα ένα ξυράφι. Χάραξα το δέρμα μου, στα χέρια. Συγγνώμη, αλήθεια, δε θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση, αλλά συνέβη! Γιατί το έκανα;
Μπα, ούτε εγώ ξέρω. Ίσως να έφταιγε αυτή η απόσταση με τη μητέρα μου. Το ένοιωθα σαν ένα πελώριο τοίχος το οποίο σκλήρυνε και σκλήρυνε κάθε λεπτό..
Όταν γνώρισα την Αρετή, μου μιλούσε για την μητέρα της με μεγάλο θαυμασμό. Και άμα με ρωτούσε εμένα τι κάνουν οι δικοί μου, έβαζα τα κλάματα. Και'γω την θαύμαζα την μητέρα μου, ήταν καλός άνθρωπος,με αγαπούσε.. αλλά..με έπνιγε. Είχε τόσες απαιτήσεις από'μένα. Ποτέ της δεν ήταν καλά. Με χρειαζόταν. Και αυτό με πίεζε.
Ξέχασα να σας αναφέρω, πως η μητέρα μου, υπήρξε ανάπηρη σε όλη της την ζωή.






(παύση)




Τώρα με κοιτάτε έτσι, επειδή με κρίνετε ε; Πιστεύετε πως της φέρθηκα άδικα; Τι; Μήπως δεν έπρεπε και να φύγω; Αλήθεια, ξέρετε πως είναι να φροντίζετε μια βρωμο σακάτισσα απόταν θυμάστε να περπατάτε; Και ένα γαιδούρι, εξαφανισμένο. Να υπάρχει μονάχα με συμβουλές “Χριστίνα, να'χεις υπομονή. Η μητέρα σου σε χρειάζεται.” “Χριστίνα, σήμερα να μην πας στο σχολείο καλύτερα, πρέπει να πας την μητέρα σου για τις εξετάσεις της.” Χριστίνα το ένα, Χριστίνα το άλλο. Ένα αγόρι δεν είχα ποτέ μου που να με πάρει ο διαόλος.. Όλοι στο χωριό με γνώριζαν. Με λυπόντουσαν. Η καημένη η Χριστίνα..δεν έχει ζωή! Και άμα με βλέπανε στον δρόμο, άλλαζαν πεζοδρόμιο. Δεν θέλησαν καν να με ρωτήσουν τα τυπικά. Ξέραν πάντοτε τις απαντήσεις, που δεν ήθελαν να νοιώσουν και άβολα. Η μητέρα μου ποτέ της δεν καλυτέρευε. Ναι. Παράτησα την άρρωστη μάνα μου, μετακόμισα στο Ρέθυμνο, και διέκοψα επαφές μαζί της.
Ναι. Είμαι ένοχη. Ορίστε.



(πιο μεγάλη παύση)
Απ'όταν μετακόμισα, άλλαξε ο κόσμος μου. Είδα τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Κατάλαβα πως ήταν η μητέρα μου στη μια όχθη, και εγώ στην άλλη. Όπως είχε και αυτή τις δικές τις ανάγκες, έτσι είχα και'γω τις δικές μου. Η αλήθεια είναι, πως απλώς είχα κουραστεί, να βάζω εκείνη, πάνω από'μένα, και να την βάζουν και οι άλλοι. Ο πατέρας μου, οι γείτονες, δε με νοιάζει..είχα ανάγκη να βρω εμένα. Δε με κάνει καλύτερο άνθρωπο αυτό. Το ξέρω.
Τέλος πάντων. Ο χρόνος περνούσε, σαν ένα ξωτικό με μαγικές δυνάμεις, έβαζε λίγο λίγο νερό στο κρασί μου. Απέκτησα ασχολίες, διάβαζα, είχα και την Αρετή. Νομίζω, είχαν περάσει έξι μήνες απ'όταν είχα μιλήσει τελευταία φορά με την μητέρα μου.
Έτσι, πήγα στο Μεσολλόγι. Έπρεπε να την δω. Με το που μπήκα στο σπίτι, την είδα ξαπλωμένη στον καναπέ, να χασκογελάει μπροστά από την τηλεόραση. Έπινε μπύρες! Η γυναίκα που την πρόσεχε μάλλον είχε βγει. Δε με είχε πάρει είδηση πως μπήκα. Πήγα απλώς και έκατσα δίπλα της. Δε σταμάτησε να γελάει. Και τότε, άρχισα να γελάω και'γω! Και νομίζω πως ελάφρυνε η ψυχή μου, αλήθεια. Είχα βρει την μητέρα μου. Και η μητέρα μου είχε βρει την ίδια. Το κατάλαβα. Εκείνο το βράδυ δε μιλήσαμε καθόλου για τη σχέση μας. Μου είπε για την Μαρία, την γυναίκα που την φρόντιζε, για τον χρόνο που περνούσαν, και εγώ της είπα για το πανεπιστήμιο. Της μίλησα για τις ιστορίες μου. Μου θύμισε πως όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω η Γουέντι από τον Πίτερ Παν. Και κατά κάποιο τρόπο, τα κατάφερα. Ο τοίχος είχε σπάσει, και επιτέλους βλέπαμε καθαρά η μία την άλλην. Την θαυμάζω πολύ την μητέρα μου. Και αποφάσισα πως ποτέ μου δε θα σταματήσω να χαμογελάω. Όπως κάνει και εκείνη! Πάντα θα θυμάμαι το πως χασκογελούσαμε εκείνη τη μέρα.

Η σακάτισσα και η παραμυθού! 

(γελάει)

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Solo travelin

Πέντε άντρες. Στάθηκαν για την φωτογραφία εν αγνοία τους. Δύο πλάτες και τρία προφίλ..

Ο ένας, τραπεζικός υπάλληλος. Στον ελέυθερο του χρόνο θα ήθελε να είναι ταξιδιώτης.
Πριν δύο χρόνια, αγόρασε τα ορειβατικά παπούτσια που ήθελε εδώ και πολύ καιρό.
Όμως, τα φοράει όταν βρέχει στη πόλη του. Φαινόμενο σπάνιο.. Έτσι, τα φόρεσε σήμερα, χωρίς λόγο. Απλώς ήθελε. Φαίνονται ολοκαίνουργια.
Απαντάει ευγενικά στις παρεμβολές και ύστερα επιστρέφει στη κανονικότητα της σκέψης του.
“Δύο και δύο ίσως να κάνουν τέσσερα, όμως χωρίς την αριθμητική, δε θα το ήξερα. Θα με ενδιέφερε τότε να γνωρίζω αυτή την απλή και ηλίθια πρόσθεση;”

Ο δεύτερος άντρας, στη σειρά από τα αριστερά, είναι σπόνσορας της apple, ή έχει πολλά λεφτά, ή είναι ένα θύμα κατανάλωσης. Γεγονός φυσικά, σχετικό, καθώς η κατανάλωση, παραμένει κατανάλωση, ανεξαρτήτως της ποσότητας. Σηκώνεται. Ξαφνικά, θέλησε να σταθεί στην γωνία, ώστε να αποφασίσει αν θέλει να κάνει τσιγάρο ή όχι. Οι δύο άντρες, από τα αριστερά, ανταλλάξανε κουβέντες. Η ανυπαρξία τους μόλις απέκτησε αλληλεπίδραση. Έγιναν πραγματικές φιγούρες.

Ο τρίτος άντρας, ακίνητος για πολλές ώρες. Κοιμάται. Φοράει κόκκινα παπούτσια, σ΄αντιστοιχία με μια κόκκινη τσάντα, ένα τζιν και μια πράσινη ζακετά. Ξαπλωμένος πάνω στο μπουφάν του. Ένα φως είναι μονίμως ανοιγμένο, πάνω από το κεφάλι του. Στα όνειρα του, κατόρθωσε να φτάσει πρώτος στους αγώνες της κολύμβησης. Όμως παραμένει ανίκανος στα μάτια της μητέρας του. Μακάρι να ερχόταν πρώτος στους αγώνες..

Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος άντρας, επέστρεψε. Πήρε κάποια απόφαση.
Ανοίγει τον υπολογιστή του και ξεκινάει να γράφει πατώντας τα πλήκτρα μελωδικά, σε σύνθεση ενός κομματιού dubstep.
Έχει έντονο και σταθερό βλέμμα, και όταν σκέφτεται αγγίζει με μια κλίση καμπύλης, τις τρίχες του προσώπου του.
Ο δεύτερος άντρας από τα αριστερά, δεν ακούει πολύ μουσική. Μόνο συνθέτει ρυθμικά γράμματα και όταν προχωράει θέλει να πατά συγκεκριμένα στο εσωτερικό των κύκλων. Και στο μπάνιο, μετά το κατούρημα, πρέπει να πλύνει τα χέρια του 2 φορές. Μετά το χέσιμο, 3. Και μετά την εκσπερμάτωση, 4.

Ο τέταρτος άντρας, από τα αριστερά, περιμένει να πεθάνει,συνειδητά. Όμως είναι νέος. Μου φαίνεται περίεργη αυτή του η σκέψη. Δεν κοιμάται. Εδώ και δύο ώρες η μόνη κίνηση που κάνει είναι να σπάει τον αντίχειρα του. Σα να αγνοεί πως υπάρχει, και να διπλοτσεκάρει την ποιότητα του χεριού του. Το βλέμμα του, καθηλωμένο σ'ένα κενό που νομιμοποιεί την απάθεια του. Είναι αναβλητικός. Το ξέρει. Όμως αυτό, τι σημασία έχει. Γνωρίζει ότι θα πεθάνει όπως γνωρίζεται με την αναβλητικότητα του. Έτερον εκάτερον. Τι σημασία έχει. Οι φίλοι του πλέον δεν τον αντέχουν, όμως δε το παραδέχονται. Απλώς ο τέταρτος άντρας, κάθε μέρα που απολαμβάνει τον καφέ του, πιστεύει πως πρέπει να αποσυρθεί απ'όλα αυτά. Άμα δεν τον θέλουν μία, δεν τους θέλει δέκα. Όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ζωγράφος. Ταλέντο, δεν είχε. Μόνο την ευαισθησία, και αυτήν αποκομμένη από την καλλιτεχνική συμβολικότητα. Τι σημασία έχει.

Ο τρίτος, ξύπνησε. Τεντώνεται. Ο ύπνος έχει πολλες ομοιότητες με την σεξουαλική συνεύρεση. Οι εκφράσεις και οι ήχοι, διαφέρουν σε ελάχιστα σημεία τους. Διαφοροποίησε λίγο την στάση του σώματος του (ελάχιστα, μόνο άλλαξε το χέρι που στηριζόταν) και επέστρεψε. Σκέφτηκε πως και το να είσαι τρίτος, δε πειράζει. Τουλάχιστον δεν είσαι και τελευταίος. Η προσπάθεια είναι που μετράει και ο ανταγωνισμός είναι προιόν πλύσης εγκεφάλου. Στον ύπνο του, αυτή τη φορά, είδε να είναι πρώτος, επειδή σκότωσε τους υπόλοιπους συναγωνιζόμενους του. Τον τρόμαξε. Την επόμενη μέρα, το είπε στη μητέρα του, και μαζί, ψάξανε στον ονειροκρίτη για τη σημασία της πρωτιάς και του φόνου. “Για καλό είναι!” Το συμπέρασμα.

Ο αντίχειρας ξανά έσπασε. Και ξανά. Και ξανά. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα.

Ο πέμπτος, και τελευταίος του κάδρου μας, από τα αριστερά, κοιτάζει εδώ και ώρα ένα άδειο μπουκάλι Λουξ. Έχει φέρει τα χέρια του, πίσω από το κεφάλι του. Νοιώθει παγιδευμένος.
Δεν το έχει εκμυστηρευτεί σε κανέναν, ούτε στις γκόμενές του, πως πιστεύει ότι είναι αλκοολικός. Ναι. Κάθε βράδυ, προτού κοιμηθεί, γεμίζει ένα ποτήρι με ουίσκι, το πίνει με τη μία, και ύστερα κοιμάται. Είναι σίγουρος πως είναι το φάρμακό του. Διαφορετικά, υποφέρει από πόνους στο στήθος και στα κόκκαλά του. Ο πέμπτος, δεν περιμένει να πεθάνει. Το θεωρεί μάλιστα, αδιανότητο. Είναι μεσήλικας, χωρισμένος δύο φορές. Σκέφτεται να ξανα παντρευτεί μια από τις γκόμενές του, όμως δε ξέρει ποιά. Η Λίζα, έχει τα μεγάλα βυζιά, η Άννα έχει ωραίο κώλο, η Μαρία είναι ηθοποιός και του αρέσει το δράμα (εντάξει, η Μαρία έχει και τσιμπουκοχειλάρες) , και η Μαίρη είναι καθηγήτρια στο σχολείο του γιού του.
Δεν είναι απλή απόφαση. Άλλαξε τη στάση του. Σκυμμένος μπροστά. Δεν άντεξε να κοιτάει άλλο αυτό το άδειο μπουκάλι. Τον έπιασε ηττοπάθεια. Θα'θέλε πολύ να κοιμηθεί ήρεμος.

Σπάσιμο αντίχειρα! Ο δεύτερος, εκστασιασμένος, ανέβασε το μπιτ. Πληκτρολογεί σε 9/8. Πιάνει και με τα δύο του χέρια τις τρίχες του, τώρα όλο του το πρόσωπο, τα μαλλιά του, ξανά. Ανεβάζει το μπιτ και άλλο. Νομίζω έχει έρθει σε οργασμό. Έχουν σφίξει οι μυς των χεριών του, είναι απόλυτα συγκεντρωμένος. Πήρε μια ανάσα, και με κοίταξε. Θέλει να του δώσω έγκριση.
Ποια είμαι εγώ να το κάνω αυτό. Ο οργασμός είναι πολύ προσωπικό ζήτημα.
Σπάσιμο. Τραβάει τις τρίχες του με περισσότερη δύναμη. Έχει ιδρώσει. Τα μάτια του γουρλωμένα.
Ηρεμεί. Δε θα μάθω ποτέ τι στο διάολο έγραφε.

Όμως δεν έχει σημασία. Έτσι έμαθα από τον τέταρτο. Ο πέμπτος απέτυχε. Ο πρώτος, τον δεύτερο θα ζηλέψει. Το πάθος του. Ίσως ξεκινήσει να πηγαίνει εκδρομές. Προσωπικά, ελπίζω να παραιτηθεί. Και ο τρίτος, αυτοκτόνησε πρώτος απ' όλους.

Τέλος τώρα.
Οι φιγούρες με συνόδευσαν, άλλαξαν την θέση τους στον χώρο και εξαφανίστηκαν.
Το μέλλον είναι όσο απρόβλεπτο είναι και το παρόν. Όσο θολό είναι το παρελθόν. Και όσο ανύπαρκτη είναι αυτή η καθορισμένη χρονική γραμμικότητα.

Τι να έγραφε; Εν τέλει, έχει σημασία ή όχι; 
Ας μου απαντήσει κάποιος.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Πέρασαν.

https://www.youtube.com/watch?v=8051Hipbmmw

Άκου Παλιόφιλε.
Μια κραυγή σηματοδότησε μιαν αρχή. Ξέρεις τώρα. Η γέννα. Το θαύμα της ζωής.
Το θαύμα του μουνιού.

Ήταν περασμένες 10, και είχαν περάσει 10 χρόνια. Το μόνο που έβλεπα ήταν ανθρώπους να πηγαινοέρχονται, καινούργια ρούχα, μερικές κούτες, την αδερφή μου να κλαίει. Η γνώριμη εικόνα του μέρους που αφήνα πίσω μου όσο το αμάξι απομακρυνόταν. Το μέρος σ'ένα αφαιρετικό επίπεδο. Ποτέ δεν είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτό θα ήταν πολυτέλεια της σταθερότητας.
Η ώρα 10 και τέταρτο. Πέρασαν 11 χρόνια τώρα. 13 χρόνια.
Η ώρα κολλημένη. 10 και τέταρτο. Και άλλες κουτές, αγχωμένες πρώτες μέρες.
Η ώρα κολλημένη στην αναχώριση.
Τα διάφορα σχολεία που βρέθηκα είχαν ένα κοινό σημείο.
Οι δάσκαλοι μας φώναζαν πως πρέπει να μιλάμε στη τάξη, να μην είμαστε εσωστρεφείς.
Όμως άμα κάναμε πολύ φασαρία, μας έβαζαν τιμωρία. Καμιά φορά μας έκαναν κάτι σαν ψυχολογικό πόλεμο. Ξέρεις τώρα. "Οι γονείς σου θα πρέπε να ντρέπονται." "Σκάσε πια αποτυχημένε." και τέτοια.
Άμα απαντούσες στις ερωτήσεις του δασκάλου σωστά, όλοι σε έλεγαν εξυπνάκια
και άμα απαντούσες λάθος γελούσαν. όμως ο δάσκαλος πάντα έλεγε να μη φοβάμαστε να μιλήσουμε.
στη συνέχεια όμως γέλαγε και εκείνος μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά.
ίσως περίμενε πως έτσι θα προσέγγισε τους εξυπνάκιδες.
οπότε και'γω, δε μιλούσα ποτέ και είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
εντάξει, εντάξει. Δεν είχα και τους καλύτερους βαθμούς, όμως δε με ενοχλούσε.
και οι γονείς μου, δε παραπονιόντουσαν. μόνο που καμιά φορά με πλησίαζαν δειλά και μου έλεγαν
"μην είσαι έτσι κλειστή κορίτσι μου."
μα τι να έκανα και'γω, έβαζα τα κλάματα από τη στεναχώρια μου και οι γονείς μου νόμιζαν πως η υπερευαισθησία μου θα έφταιγε που δεν είχα φίλους. Θυμάμαι πως κατηγορούσαν τους εαυτούς τους. Όμως δεν έφταιγαν εκείνοι. Απλώς, να..έτσι ήμουν.
Ρε το θυμάμαι. δεν τους ήθελα τους φίλους. ούτε εκείνοι με ήθελαν. Το θυμάμαι σου λέω. Θυμάμαι πως πάντοτε ένοιωθα ότι θα πρέπε να κάνω κάποια πράγματα, χωρίς να ξέρω τον λόγο.
Η υπερευαισθησία μου με έκανε απωθητική. Έτσι έπρεπε να πιστέψω. Επειδή χρειαζόμουν τους φίλους. Ξέρεις τώρα. Και'συ, σα παιδάκι, θα είχες φίλους. Αλλιώς, δε ξέρω, κάτι θα πήγαινε λάθος με'σένα.
Τέλος πάντων. Ξέρω πως δε σε ενδιαφέρουν και τόσο αυτές οι λεπτομέριες, αλλά θέλω να με ακούσεις λιγάκι ακόμη.

Η ώρα 10 και τέταρτο. Πέρασαν ακόμη 5 χρόνια. Γνώρισα επιτέλους την Βένια.
Η Βένια είναι πολύ όμορφη κοπέλα. Οι κούτες πλέον, άχρηστες σε αποθήκες. Έβαλα ρολόγια στο δωμάτιο μου και μετρούσα τον χρόνο μου με προσοχή. Κάθε μέρα, χρησιμοποιούσα ένα προσωπικό ημερολόγιο. Μου το είχε προτείνει η κυρία Λεκάκη. Ήταν πολύ καλή μαζί μου. Την είχα γνωρίσει πριν δύο χρόνια. Όταν είχα δει την Βένια πρώτη φορά. Δε μ'άρεσε πολύ το γραφείο της. Είχε πάρα πολλά χρόνια μέσα του. Συμπιεσμένα, στημένα και βρώμικα. Μου μιλούσε συνεχώς με όρους.. "μείζων κατάθλιψη", "αγχώδη διαταραχή" "νεύρωση","υποχονδρίαση","οριακή διαταραχή προσωπικότητας" , κάτι τέτοια..δε καταλαβαίνα. Τίποτα δε καταλάβαινα. Μόνο αυτό με το ημερολόγιο. Έλεγε πως ίσως επηρεαστεί η μνήμη μου από τα χάπια που μου έδωσε. Ίσως γι αυτό δε καταλάβαινα αυτές τις λέξεις.
Δε με ένοιαζε καν. Είχα γνωρίσει την Βένια. Και τα χάπια, να ξέρεις, δεν ήθελα να τα πάρω.
Όμως, η υπερευαισθησία μου ήταν απωθητική. Και αυτό που μου κολλούσαν ιδέες στο μυαλό, τους τρόμαζε τους γονείς μου. Εντάξει, ίσως φερόμουν περίεργα, το παραδέχομαι εντάξει.
Όμως ο μαλάκας εκείνος έφταιγε. Το ήξερα πως δε με συμπαθούσε. Ήταν κακός άνθρωπος. Ο χειρότερος. Αλήθεια στο λέω. Εντάξει ναι, μου είχε κολλήσει στο μυαλό πως τον μισούσα.
Αυτό θα άλλαζε όμως. Πάντα αλλάζει. Σα τις μετακομίσεις μου ρε μάνα, αφού δεν υπάρχει σταθερότητα.
Ρε'συ, το ήξερε, όλοι το ξέραμε. Ήταν μαλάκας σήμερα. Αύριο θα'ταν ο θεός ο ίδιος.
Τα χάπια πως στο διάολο θα το αλλάζαν αυτό; Θα με έκαναν λιγότερο απωθητική; Τι σκατά;
Θα μίλαγα περισσότερο; Μπορεί να μίλαγα και στη Βένια άμα έπαιρνα περισσότερα;
Πες μου γαμώτο. Πες μου. Ορίστε ναι, ψέματα σου είπα.
Δεν την γνώρισα. Δε μπόρεσα να της μιλήσω. Κότεψα ρε, κότεψα.
Αλλά ξέρεις τι; Δε θέλω κιόλας. Να πάει να γαμηθεί. Δε θέλω να κάνω τον κλόουν άλλωστε κάθε φορά για να με αποδεκτούν.
" Κορίτσι μου Ηρέμησε. Τι έπαθες πάλι. " Σα να ακούω τη μάνα μου πάλι. Και η άλλη η Λεκάκη, η μαλακισμένη αυτή, που είναι και σπουδαγμένη τρομάρα της, θα μου πει τι είναι πραγματικό και τι όχι; Μαλάκω. Εγώ ξέρω τι είναι πραγματικό. Και γω κουμπώνω αυτά που μου δίνεις. Εσύ απλά αράζεις εκεί, στη πολυθρόνα σου, παίζεις με τα μυαλά των ανθρώπων. Και παριστάνεις πως ξέρεις τι σημαίνει παλεύω με τους δαίμονες μου.
Και να πάει να γαμηθεί και η μάνα μου. Η υπερευαισθησία μου θα με κάνε απωθητική.
Όχι ρε μάνα, όχι. Η κοινωνία με κάνει άρρωστη. Μου προκαλεί εμμετό. Με απωθεί, ναι.
Δήθεν με καταλαβαίνει. Δήθεν τόσοι ψυχολόγοι και ψυχιάτροι, η επιστήμη, τα φάρμακα, οι εκπομπές, οι ομιλίες. Σκατά όλα , μ'ακούς; Μπουρλότο σ'αυτές τις μαλακίες. Η αρρώστια η δική μου έχει γίνει μια γραμμή σε διαγράμματα κερδοσκοπικών φαρμακευτικών εταιριών, μια επιτυχημένη ομιλία σ'ένα βιογραφικό. Πολυσυζητίσημη απ'όλους τους επιστήμονες. Εμένα όμως ποτέ κανένας δε με ρώτησε τι νοιώθω. Κωλό μπίζνα είναι. Και'γω δεν υπάρχω.

Μόνο να ηρεμήσω μου έλεγαν. Μόνο να μην είμαι έτσι. Να μην είμαι απωθητική.
Να μην είμαι υπερευαίσθητη. Να μην έχω εμμονές. Να μη θέλω να πεθάνω.
Ποτέ δε με ένοιαξε. Γιατί να με νοιάξει τώρα; Για ποιον τα παίρνω αυτά τα χάπια;

Οπότε Λεκάκη, πάρε φόρα, και βάλε τα πτυχία στον κώλο σου.

Η ώρα 10 και τέταρτο. Κολλημένα. Πέρασαν άλλα 5 χρόνια.
Πλέον στα 22 μου. Τελειώνει η ιστορία μου, μην ανησυχείς. Αποδέκτηκα την υπερευαισθησία μου.
Έμαθα τι σήμαιναν και όλες αυτές οι λέξεις. Όμως δε παίρνω αυτά τα χάπια.. Πλέον οι εμμονές μου είναι περισσότερες. Δε πολύ βγαίνω από το σπίτι. Φοβάμαι τον κόσμο. Σου ακούγεται ηλίθιο, αλλά μπορεί να πεθάνω. Εκεί έξω, είναι επικίνδυνα. Καμιά φορά θα έπαιρνα τη μάνα μου τηλέφωνο αλλά θα μου απαντούσε
"Χέσε μας κορίτσι μου, ξεκόλλα και ζήσε λίγο." Θα μου το έκλεινε. Εντάξει, την καταλαβαίνω.
Έχω σταματήσει να γράφω στο ημερολόγιο μου πλέον.
Δε βρίσκω νόημα. Οι μέρες μου είναι τόσο ίδιες. Η φοιτητική μου ζωή μπορεί να μην είναι τόσο φαντακτερή και ριψοκίνδυνη, όμως νοιώθω ηρεμία.
 Ξέρω πως μου είπαν πως έχω όλα αυτά τα προβλήματα, και σε τρομάζω,όμως νοιώθω εντάξει. Όχι τέλεια. Απλά εντάξει. Μόνο να ρε γαμώτο..η Βένια..πόσο θα ήθελα να της έχω μιλήσει.. Φοβάμαι όμως..μπορεί να ήταν ακόμη μια εμμονή.
Ακόμη και η Βένια..
Δε ξέρω..μπορεί άμα γύρναγα τον χρόνο πίσω, ίσως να μίλαγα και παραπάνω στο σχολείο.
Ή και να με τέλειωνα επι τόπου. Να έπαιρνα ένα μολύβι και να το ανάγκαζα στο λαιμό μου.
Θα είχα γλιτώσει τις ενοχές από τους γονείς μου.

Η ώρα 10 και μισή. Άρπαξα τον δείκτη και τον τερμάτησα. Πέρασε ένα τέταρτο. Πέρασε το 1/2 της ζωής μου.
Πλέον μόνη, άρρωστη, και μόνη. Με ακούς ακόμη;
Προσπάθησα ρε'συ. Είχα ψάξει και δουλειά. Όμως όλο μου έλεγαν πως κάτι πάει λάθος με το μητρώο μου, με φοβόντουσαν σε πόστα με ευθύνες.
 Και οι γονείς μου πλέον, δε μου μιλάνε. Οκ, δε σηκώνω και 'γω τα τηλέφωνο , αλλά ρε'συ, έχω κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Αφού σου είπα προσπαθώ. Όμως συνεχώς, ζητούν παραπάνω από'μένα. Προσπάθησα να κόψω και το κάπνισμα. Ο καρκίνος με άγχωνε σα σκέψη.
Και τώρα να, είμαι τόσο μόνη μου. Και αυτή η Λεκάκη, η ψυχίατρος που σου έλεγα, νομίζω κάνει καριέρα τώρα κάπου στην Αμερική. Είναι και από τα πρώτα ονόματα. Μα τι ειρωνεία.

Παλιόφιλε..
παλιόφιλε.. Ξέρεις τι θα κάνω; Θα γυρίσω τον χρόνο πίσω!
Αρπάζω κάτι κούτες , μπαίνω μέσα! Κρύβω καλά καλά τα πόδια μου.
Στέκομαι όρθια για να μπορώ να κοιτάω τη θέα από το μπαλκόνι. Μπορώ να φανταστώ την μετακίνηση. Θα προσπαθήσω να ανασύρω την απομάκρυνση του αμαξιού τώρα. Ρε Βένια, εδώ ο παλιόφιλος θα με βοηθήσει. Έτσι παλίοφιλε;
Λοιπόν! Λοιπόν! Μπορεί η κοινωνία να μου τα γάμησε όλα, όμως εσύ παλιόφιλε, μ'ακους τόση ώρα, θα με βοηθήσεις να ταξιδέψω στον χρόνο! Είμαι έτοιμη. Σου πιέζω την σκανδάλη σιγά σιγά παλιόφιλε. Κλείνω τα μάτια μου.
ΝΑΙ, ΝΑΙ! Θα ελευθερωθώ! Όχι άλλες φοβίες ρε!
Βένια!
1, 2, 3..............







Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

[not a romantic story]

Ε..Πού είσαι; Με θυμάσαι;
Κάποτε ξενύχτησα στο παράθυρο σου, ξέρεις τώρα,
να ταίζω την γάτα, να φτιάχνω λυρικά ανομοιοκατάληκτα ποιήματα στο κεφάλι μου
Να έχω τάση λιποθυμίας, και ας μη ζαλίζομαι.
Να σκέφτομαι τον θάνατο. Να περιμένω χαιδεύοντας τον χρόνο και όλες του τις απώλειες,
ανυπομονώντας για ακόμη μία. Ή για κάτι. Ή και για'σένα.
Τα δέντρα φαίνονται όμορφα από το παράθυρο σου. Και ας βρισκόμαστε σε αστικό περιβάλλον.
Δε γαμιέται.
Και το σκοτάδι, αυτό το σκοτάδι, που αυτή τη στιγμή μας διαχωρίζει, έχει κατανόηση. Κατά του νου. Την άρρητη κατανόηση.
Ξέρεις.
Και όταν η μέρα χαθεί, δε ξέρω αν θα βλέπω το ίδιο. Δε ξέρω αν θα γράφω, αν θα μπορώ να συνεχίσω να μιλάω με παραμοιώσεις και συμβολισμούς. Σίγουρα εσύ θα μαστουρώνεις.
Και'γω; Θα μαστουρώνω με την μαστούρα σου. Αρκετό.
Όσο εσύ θα κάνεις μπάνιο στο ημί-φως.
Πότε θα ξεπλυθούμε παρέα;
Η αχόρταστη γάτα, χόρτασε. Και το μυαλό μου, δυνάμωσε.
Οι νεκροί στις θέσεις τους, και οι ζωντανοί στους τάφους τους.
Και'μεις; Να κοιτάμε τη θέα από το παράθυρο σου.
Να μου ψιθιρίζεις και αύριο.
Και μετά , σιωπή. Και νερό.
Οι αμαρτίες μας, μόλις ξεκίνησαν.